Ὁ μέθυσος Ἱερέας

2014-08-03 17:26

            Ζεῖ ἀκόμα ὁ ἐπίσκοπος πού διηγήθηκε τούτη τήν ἱστορία. Εἶναι ἀληθινή ἱστορία κι ἔχει βαθύ νόημα, γιατί ἀναφέρεται στήν προσευχή τῶν ζώντων γιά τούς τεθνεῶτες. Οἱ προσευχές αὐτές πάντοτε εἰσακούονται, μά πιό πολύ τήν ὥρα τῆς θείας λειτουργίας.
            Ὁ ἐπίσκοπος πού ἀναφέραμε εἶχε στήν περιοχή τοῦ ἕναν ἱερέα, τόν πάπα-Γιάννη, εὐλαβικό καί σ' ὅλους ἀγαπητό. Μάλιστα στήν ἁγία πρόθεση ἀργοῦσε λίγο, γιατί διάβαζε πολλά ὀνόματα.
            Εἶχε ὅμως ἕνα φοβερό ἐλάττωμα? τοῦ ἄρεσε τό κρασί. Ὅσο καλός ἦταν στά καθήκοντά του, τόση ἀδυναμία εἶχε στό πιοτό. Πολλοί του ἔλεγαν νά κόψει αὐτό τό πάθος, τό τόσο ἀταίριαστο σέ λειτουργό του Θεοῦ. Τό καταλάβαινε κι ὁ ἴδιος, ἔκλαιγε μέ παράπονο, ἔκανε μερικές προσπάθειες, ἀλλά σέ λίγες μέρες ἄρχιζε πάλι τά ἴδια.
            Μία μέρα πού εἶχε ὑποκύψει πάλι στό πάθος του, πῆγε στήν ἐκκλησία καί, ὅπως ἦταν μισοζαλισμένος, ἔβαλε «Εὐλογητός» κι ἄρχισε τή θεία λειτουργία. Παραχώρησε ὅμως ὁ Θεός καί κάποια στιγμή παραπάτησε μέσα στό ἱερό, ὅποτε τοῦ ἔπεσαν ἀπό τά χέρια τά τίμια Δῶρα.
            Πάγωσε ἀπ' τό φόβο του. Ἔπεσε κάτω κλαίγοντας κι ἄρχισε νά μαζεύει μέ τή γλώσσα τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἐνίωθε τήν ἐνοχή νά τόν πνίγει, γιατί τό ἔπαθε ἐπειδή ἦταν ζαλισμένος ἀπό τό κρασί.
            Πῆγε στό ἐπίσκοπο κι ἐξομολογήθηκε τό φρικτό του ἁμάρτημα. Κι ἐκεῖνος τήν ἄλλη μέρα, ὕστερα ἀπό πολλή περίσκεψη, κάθησε στό γραφεῖο του καί πῆρε τήν πένα στό χέρι. Ἔπρεπε νά κινήσει τή διαδικασία γιά τήν καθαίρεση τοῦ πάπα-Γιάννη, ἀλλά...
            Ἐκεῖ πού τό χέρι τοῦ ἐπισκόπου στεκόταν διστακτικό, βλέπει ξαφνικά σάν σέ ὅραμα νά βγαίνουν μέσ' ἀπό τόν τοῖχο τοῦ δωματίου χιλιάδες ἄνθρωποι. Εἶχαν μάτια πονεμένα καί περνοῦσαν μπροστά του λέγοντας:
            - Ὄχι, Δέσποτα, μήν τιμωρεῖς τόν παπά, μήν τόν καθαιρέσεις, συγχώρεσε τόν!
            Περνοῦσαν ἀμέτρητες στρατιές ἀνθρώπων, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, καλοντυμένοι ἤ φτωχοντυμένοι, ἀληθινό συλλαλητήριο ψυχῶν. Κι ὅλοι χειρονομοῦσαν πρός τό μέρος του, φώναζαν καί παρακαλοῦσαν ἐπίμονα:
            - Ὄχι, Σεβασμιότατε, μήν τό κάνεις αὐτό, μή διώξεις τόν παπά μας! Αὐτός μας θυμᾶται καί μᾶς βοηθάει σέ κάθε λειτουργία, μᾶς λυπᾶται ἀληθινά, εἶναι φίλος μας! Μήν τόν καθαιρέσεις! Μή! Μή! Μή!...
            Κράτησε ἀρκετή ὥρα αὐτή ἡ ὀπτασία. Ὁ ἐπίσκοπος, ἔκπληκτος, παρακολουθοῦσε αὐτή τήν ἀνθρωποθάλασσα νά φωνάζει καί νά ἱκετεύει γιά τόν μέθυσο ἱερέα. Κατάλαβε πώς ἦταν οἱ ψυχές τῶν νεκρῶν πού μνημόνευε ὁ πάπα-Γιάννης ὅταν λειτουργοῦσε. Κι αὐτή ἡ μνημόνευση τούς ἀνακούφιζε πολύ, ὅσο τό νερό τόν διψασμένο στήν καλοκαιριάτικη ζέστη. «Νά ἡ χειροπιαστή ἀπόδειξη», σκέφτηκε, «πώς οἱ προσευχές μᾶς ἀναπαύουν τίς ψυχές τῶν νεκρῶν». Ὕστερα ἔστειλε καί κάλεσε τόν ἱερέα.
            - Δέ μοῦ λές, πάπα-Γιάννη, μνημονεύεις πολλά ὀνόματα στήν ἁγία πρόθεση ὅταν λειτουργεῖς;
            - Ἑκατοντάδες, Σεβασμιότατε. Δέν τά ἔχω μετρήσει.

            - Γιατί τό κάνεις αὐτό καί καθυστερεῖς τή λειτουργία; τόν μάλωσε τάχα ὁ ἐπίσκοπος.
            - Λυπᾶμαι πολύ τους πεθαμένους, γιατί δέν ἔχουν ἀπό ἀλλοῦ βοήθεια, παρά μόνο ἀπ' τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας. Γι' αὐτό παρακαλῶ τόν Ὕψιστο νά τούς ἀναπαύσει. Ἔχω ἕνα βιβλίο καί γράφω μέσα ὅλα τά ὀνόματα πού μου δίνουν γιά μνημόνευση. Αὐτή τήν τάξη παρέλαβα ἀπό τόν πατέρα μου, πού ἦταν ἐπίσης παπάς.
            - Καλά κάνεις, συμφώνησε ὁ ἐπίσκοπος, ἔχουν ἀνάγκη οἱ ψυχές. Συνέχισε νά κρατᾶς τήν τάξη αὐτή. Πρόσεξε μόνο νά μήν ξαναμεθύσεις. Ἀπό σήμερα δέ θά ξαναβάλεις κρασί στό στόμα σου. Αὐτός εἶναι ὁ κανόνας πού σου δίνω. Εἶσαι συγχωρημένος.
            Πραγματικά, ὁ πάπα-Γιάννης ἐλευθερώθηκε ὁριστικά ἀπό τό πάθος τοῦ πιοτοῦ. Μόνο πού στέκει στήν προσκομιδή περισσότερο τώρα, μνημονεύοντας τά ὀνόματα τῶν «τεθνεώτων».

Θαύματα καί ἀποκαλύψεις ἀπό τή Θεία Λειτουργία, Ἐκδόσεις Ι.Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς, σέλ. 35-38.