Διάλογος π. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου μέ ἕναν φοιτητή τῆς ἰατρικῆς

2014-08-02 12:06

             Φοιτητής: Ἐσεῖς οἱ Χριστιανοί ἀδιαφορεῖτε λίγο-πολύ γιά τά προβλήματα αὐτῆς τῆς ζωῆς. Συνέχεια μιλᾶτε γιά τήν αἰώνια βασιλεία. Αἰώνια βασιλεία ἐδῶ, αἰώνια βασιλεία ἐκεῖ, ἐνῶ ὁ κόσμος ἔχει τόσα προβλήματα.
            Ὁ γέροντας τόν κοίταξε μέ τό διαπεραστικό του βλέμμα καί εἶπε:

            Γέροντας: Παιδί μου, γιά νά μή μιλᾶμε ἀφηρημένα, γιά πές μου ἕνα πρόβλημα αὐτῆς τῆς ζωῆς, γιά τό ὁποῖο δέν ἔχει δώσει ἀπάντηση ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ;

            Φοιτητής: Ναί νά σᾶς πῶ. Ἡ φτώχεια. Ἑκατομμύρια ἄνθρωποι στόν κόσμο πεινοῦν, εἶναι γυμνοί κι ἐσεῖς τούς μιλᾶτε γιά τή αἰώνια βασιλεία. Λές καί μπορεῖ κανείς νά χορτάσει ἤ νά ντυθεῖ μέ τήν αἰώνια βασιλεία.
            Γέροντας: Καλό μου παιδί, καί σ'αὐτό ἔχει ἀπαντήσει ἡ Ἐκκλησία. Ἄν οἱ ἄνθρωποι τηροῦσαν τίς ἐντολές τῆς «ὁ ἔχων δύο χιτώνας μεταδότω τῷ μή ἔχοντι» (Λούκ. 3, 11) καί «ἐάν μή περισσεύση ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καί φαρισαίων, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Μάτθ. 5, 20), δέν θά μιλούσαμε αὐτή τή στιγμή γιά φτώχεια! Φαντάσου ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῶν Ἰουδαίων ἔδινε στούς φτωχούς τό 1/10 ἀπό τά εἰσοδήματά τους. Ἄν λοιπόν οἱ ἄνθρωποι, τηροῦσαν τίς ἐντολές τῆς Ἐκκλησίας καί ἔδιναν περισσότερα ἀπό τό 1/10 δέν θά ὑπῆρχε οὔτε φτώχεια, οὔτε πείνα οὔτε γύμνια στόν κόσμο.
            Φοιτητής: Πάτερ, κοιτάξτε. Αὐτά εἶναι εὐχόλογα. Τά ἔχουν πεῖ κι' ἄλλοι.

            Γέροντας: Τό ξέρω παιδί μου, ὅτι τά ἔχουν πεῖ κι' ἄλλοι. Ἀλλά ὑπάρχει μία διαφορά. Μίλησαν γιά δικαιοσύνη, γιά ἀγάπη, γιά ἐλευθερία, ἀπευθυνόμενοι στήν ἀπρόσωπη μάζα πού λέγεται ἀνθρωπότητα. Ἐνῶ ὁ Χριστός μίλησε γι' αὐτά ἀπευθυνόμενος στά πρόσωπα. Στόν Βασίλη, στόν Κώστα, στόν Δημήτρη, στήν Μαρία. Γι'αὐτό, ἐνῶ τά διάφορα κοινωνικά συστήματα δέν κατάφεραν νά πείσουν κανέναν, ὁ Χριστός ἔπεισε χιλιάδες ἀνθρώπους νά μοιράσουν τίς περιουσίες τους στούς φτωχούς, νά ἐφαρμόσουν κοινωνική δικαιοσύνη, νά συμπαρασταθοῦν στόν ἀνθρώπινο πόνο, νά θυσιάσουν καί τή ζωή τους γιά τήν ἀγάπη τῶν ἄλλων. Κατάφερε καί τελῶνες καί πόρνες καί ληστές καί φονιάδες νά τούς ἀλλάξει τελείως καί νά τούς κάνει ἁγίους. Καί μία καί ἀναφέρεσαι στά προβλήματα τῆς ζωῆς, νά σέ ρωτήσω καί γῶ κάτι: Ὁ θάνατος εἶναι ἤ δέν εἶναι πρόβλημα αὐτῆς τῆς ζωῆς;

            Φοιτητής: - Δέν ξέρω.
            Γέροντας: Ε, πῶς δέν ξέρεις; Ὁ θάνατος εἶναι πρόβλημα τῆς ζωῆς καί μάλιστα ἀπό τά ὀξύτερα. Τί ἔχεις νά πεῖς ἐσύ ἤ κάποιος ἄλλος στή χαροκαμένη μάνα ποῦ κατεβάζει στόν τάφο τό παιδί της; Τί ἔχεις νά πεῖς ἐσύ στό παιδί ποῦ κατευοδώνει στήν τελευταία του κατοικία τόν πατέρα του;
            Φοιτητής: Ἐσεῖς τί ἔχετε νά πεῖτε;  
            Γέροντας: Ὄχι ἐγώ. Ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία παιδί μου, γεμίζει τήν ψυχή αὐτῶν μέ τήν ἐλπίδα ὅτι ὁ χωρισμός αὐτός εἶναι τελείως προσωρινός. Μετά ἀπό λίγο καιρό θά ξανασυναντηθοῦν. Γι'αὐτό καί τούς φέρνει στά χείλη τό: «Καλό ταξίδι παιδί μου», «Καλή ἀντάμωση πατέρα'». Τό ἔχεις λίγο αὐτό;
            Φοιτητής: Πάτερ, ἐγώ σᾶς μιλάω γιά τήν ζωή, ἐσεῖς μέ πάτε στόν θάνατο.
            Γέροντας: Παιδί μου, ἄν ἔχεις ἀπάντηση σ'αὐτό, ἀπάντησέ μου.  
            Σέ ρώτησα ἄν ὁ θάνατος εἶναι πρόβλημα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Δέν μοῦ ἀπάντησες. Καί ἐπειδή δέν ἔχεις ἀπάντηση, προσπαθεῖς νά ξεφύγεις. Ἄς ἐπανέλθουμε σ'ἐκεῖνα πού ἀπασχολοῦν ἐσένα ὡς «προβλήματα αὐτῆς τῆς ζωῆς».

            Δέ μοῦ λές παιδί μου, ἀκόμα κι ἄν ἀπαριθμήσεις ὅλα τά προβλήματα αὐτῆς τῆς ζωῆς ἕνα πρός ἕνα, πῶς μπορεῖς νά τά ἐξηγήσεις χωρίς, τήν μετά θάνατο, προοπτική; Τίς ἀδικίες, τίς συκοφαντίες, τό φθόνο, τή φτώχεια, τίς ἀρρώστιες... Τί νόημα ἔχει νά τά ὑπομένει κανείς ὅλα αὐτά καί στό τέλος νά φθάνει νά καλύπτει δύο μέτρα γής καί νά φθάνει στήν ἀνυπαρξία; Τί νόημα ἔχει; Κανονικά θά'πρεπε, λογικά σκεπτόμενος νά αὐτοκτονήσει!

            Ἐνῶ μέ τόν Χριστό ὅλα αὐτά ἀποκτοῦν ἕνα νόημα.

            Ὅλα! Καί ὁ πόνος καί τά δάκρυα καί οἱ ἀρρώστιες καί ὁ θάνατος. Ὅλα ἀποτελοῦν προετοιμασία γιά τό ταξίδι πρός τήν αἰωνιότητα.
            Φοιτητής: Πάτερ, συνέχεια στά μνήματα μέ φέρνετε.
            Γέροντας: Δέ σέ φέρνω στά μνήματα. Σού μίλησα γιά τή ζωή. Ἤ δέν εἶναι αὐτά προβλήματα ποῦ ἀφοροῦν ὅλους τους ἀνθρώπους; Νά σέ ρωτήσω καί κάτι ἄλλο ἀφοῦ θέλεις νά «σού μιλήσω γιά τήν ζωή». Τό ἄν θά γίνεις ἐσύ αὔριο καρδιολόγος, μικροβιολόγος ἤ χειροῦργος, τό ἄν θά νυμφευθεῖς ἤ ὄχι, τό ἄν θά πετύχεις στό γάμο σου ἤ ὄχι, αὐτό εἶναι ἕνα ἐνδεχόμενο. Μπορεῖ νά συμβεῖ, μπορεῖ ὄχι.
            Ἐκεῖνο ὅμως πού εἶναι ἀπόλυτα σίγουρο εἶναι ὅτι κι ἐγώ καί ἐσύ κάποια μέρα θά πεθάνουμε. Ὁ θάνατος εἶναι τό πιό σίγουρο γεγονός τῆς ζωῆς μας. Δέν μπορεῖς νά μένεις ἀδιάφορος στό πιό σίγουρο γεγονός τῆς ζωῆς σου. Δέν μπορεῖς....
            Φοιτητής: Πάτερ, δέν μ'ἐνδιαφέρει!

            Γέροντας: Δέν μπορεῖς νά λές ὅτι δέν σ'ἐνδιαφέρει.
            Φοιτητής: Τί σχέση ἔχει τώρα αὐτό μέ τή ζωή;

            Γέροντας: Πῶς δέν ἔχει σχέση μέ τήν ζωή; Ἀπάντησέ μου στό ἐρώτημα: Ἀνάμεσα σέ μένα καί σένα εἶναι τό μνῆμα σου. Κοίταξε τό καί πές μου: Ἀρχίζεις ἤ τελειώνεις;

            Φοιτητής: Μά, πάτερ. Τί σχέση ἔχει αὐτό μ'ἐκεῖνο ποῦ συζητᾶμε;
            Γέροντας: Πῶς δέν ἔχει σχέση; Ἀπό τήν ἀπάντηση πού θά δώσεις σ'αὐτό τό ἐρώτημα, θά ἐξαρτηθεῖ ἡ ζωή σου. Ἄν πεῖς ὅτι στό μνῆμα σου θά ἀρχίσεις, θά πρέπει νά προετοιμαστεῖς γι'αὐτό τό ταξίδι. Ἄν πεῖς ὅτι τελειώνεις, τότε δέν μπορεῖς νά βρεῖς νόημα στήν ζωή σου.
            Φοιτητής: Ε, πάτερ, πῶς δέν ἔχει νόημα; Ἐγώ τή γλεντάω τή ζωή μου.
            Γέροντας: Καημένο παιδί! Ἔχεις τήν ἐντύπωση ὅτι ὅλη σου ἡ ζωή θά εἶναι μία διαρκῆς χαρά καί εὐφροσύνη; Ἔχεις τήν ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι σ'αὐτό τόν κόσμο ποῦ πέρασαν ὅλη τή ζωή τούς γλεντώντας; Ἄν ξέρεις τέτοιους ἀνθρώπους, φέρε μου ἕναν νά τόν γνωρίσω κι' ἐγώ. Ἐγώ δέν ξέρω κανέναν! Καί σέ διαβεβαιῶ ὅτι στά τριάντα χρόνια της ἱερατικῆς μου διακονίας, πέρασαν ἑκατοντάδες ἄνθρωποι ἀπό τό ἐξομολογητήριό μου, ἄλλα δέν γνώρισα οὔτε ἕναν πού νά μήν κουβαλοῦσε κάποιο σταυρό. Ὅλοι κουβαλοῦσαν τόν σταυρό τους. Ἄλλος μικρότερο, ἄλλος μεγαλύτερο. Ἄλλος βαρύτερο, ἄλλος ἐλαφρύτερο. Δέν ἦταν ὅμως κανένας πού νά μήν εἶχε τόν σταυρό του. Πῶς λοιπόν ἐσύ πιστεύεις ὅτι θά περάσεις ὅλη σου τή ζωή μέ γλέντια καί εὐτυχία;
            Φοιτητής: Πάτερ, ἔχετε τά ἐπιχειρήματά σας, ἀλλά ἐμένα δέν μέ ἀπασχολεῖ τό θέμα.
            Γέροντας: Ὅταν παιδί μου σ' ἀπασχολήσει, ἔλα νά σέ βοηθήσω ὅσο μπορῶ.

            Καί πραγματικά κάποτε ἦλθε ἡ στιγμή πού τόν ἀπασχόλησε....

Ἀπό https://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=2911